Ανάλυση: Η Καταλoνία, η Σκωτία, οι διαφορές και οι ομοιότητες

Ανάλυση: Η Καταλoνία, η Σκωτία, οι διαφορές και οι ομοιότητες
  (Φωτογραφία:  Reuters )
in.gr audio player
του Αθανασίου Αναγνωστόπουλου*

Οι πρόσφατες εξελίξεις στην Ισπανία σχετικά με το σχεδιαζόμενο αποσχιστικό δημοψήφισμα της Καταλονίας επαναφέρουν με εμφατικό τρόπο στον ευρωπαϊκό δημόσιο διάλογο ζητήματα που άπτονται της κρατικής κυριαρχίας και της εθνικής αυτοδιάθεσης. Η αμοιβαία οροθέτηση των δύο αυτών εννοιών υπό συνθήκες φιλελεύθερου δημοκρατικού πολιτεύματος γεννά διχογνωμίες και προκαλεί αντιδράσεις. Ως ίσως μη έδει.

Καταρχάς, από την μια μεριά διατυπώνεται το επιχείρημα των υποστηρικτών της κρατικής κυριαρχίας, οι οποίοι τονίζουν ότι το ισπανικό Σύνταγμα δεν προβλέπει τέτοιου είδους δημοψήφισμα, ότι η Ισπανία είναι ενιαίο και όχι ομοσπονδιακό κράτος, ότι η δημοψηφισματική πρωτοβουλία είναι εμφανώς αντισυνταγματική και ως τέτοια καταστέλλεται από την δικαστική λειτουργία και ότι, σε τελική ανάλυση, δικαίωμα ψήφου σε ένα τέτοιο πιθανό δημοψήφισμα θα έπρεπε να έχει κάθε Ισπανός πολίτης.

Παράλληλα, επισείει εμμέσως, πλην σαφώς τον κίνδυνο γενικευμένης αστάθειας που θα μπορούσε να διαχυθεί στην ευρωπαϊκή ήπειρο: αν τώρα οι Καταλανοί, αύριο οι Φλαμανδοί και μεθαύριο οι Βαυαροί ίσως.

Από την άλλη μεριά, ο καταλανικός εθνικισμός αντιλαμβάνεται κατά διαφορετικό τρόπο την εθνική κυριαρχία, ήτοι ως κυριαρχία του καταλανικού λαού να αποφασίζει δημοκρατικά για το μέλλον του εντός ή εκτός της Ισπανίας. Σχετικώς επικαλείται πειστικά τα πρόσφατα παραδείγματα του Μαυροβουνίου το 2006 και της Σκωτίας το 2014, προσθέτοντας ιστορικά, γεωγραφικά, πολιτιστικά και οικονομικά επιχειρήματα για να θεμελιώσει το δικαίωμα των Καταλανών σε δημοψήφισμα (και ενδεχομένως απόσχιση): η Καταλονία, με έκταση 32.000 τ.χλμ. και πληθυσμό 7,5 εκατομμυρίων, έχει ιστορικά σύνορα από το έτος 988, έχει δική της γλώσσα, είναι οικονομικά υγιής και έχει υποστεί στο παρελθόν την καταπίεση του κεντρικού ισπανικού κράτους. Προκειμένου να κρίνουμε την εν εξελίξει κρίσει κατά το δυνατόν αντικειμενικά, χρειαζόμαστε μια ηθικοπολιτική θεωρία της αυτοδιάθεσης, μια θεωρία δηλαδή που να διακρίνει τα δίκαια από τα άδικα αιτήματα εθνικού αυτοκαθορισμού. Μια παρόμοια θεωρία πρέπει να μπορεί να παράγει ομοιόμορφες και απροκατάληπτες λύσεις είτε ο λόγος είναι για την Καταλονία είτε για την Κριμαία είτε για την Σκωτία είτε για το Κοσσυφοπέδιο.

Είναι αμέσως προφανές ότι το οποιοδήποτε αίτημα αυτοδιάθεσης συγκρούεται με την καθεστηκυία τάξη, με ένα ορισμένο στάτους κβο. Αυτή η καθεστηκυία τάξη σαρκώνεται στο αίτημα του σεβασμού της εδαφικής ακεραιότητας των κρατών ως έκφρασης της κρατικής κυριαρχίας τους, άλλως στο αξίωμα του αμετάβλητου των συνόρων. Από την άλλη μεριά, το αίτημα της αυτοδιάθεσης, ορθώς εκτιμώμενο, δεν αποτελεί παρά έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας ορισμένου εν τόπω και χρόνω λαού.

Κρατική εναντίον λαϊκής κυριαρχίας λοιπόν: οι αντίπαλοι σε αυτόν τον αγώνα έχουν όνομα.

Μέχρι τώρα, ομνύοντας στο απαραβίαστο των συνόρων, σταθήκαμε επιμηθείς και όχι προμηθείς της ιστορικής εξέλιξης, καθώς εθνικιστές πάσης φύσεως και κοπής βρέθηκαν πρωταγωνιστές της ιστορικής δράσης (και των σφαγών ενίοτε). Καλύτερα συνεπώς να συζητούμε εκ των προτέρων, παρά να μετανοούμε εκ των υστέρων. Καλύτερα να ερευνώνται τα θέματα αυτά ανοιχτά, θαρραλέα, απροκατάληπτα και κατά το δυνατόν αντικειμενικά όσο δεν μυρίζουν ακόμη αίμα, παρά να αναλωνόμαστε σε νεκροψίες-νεκροτομές των παρωχημένων μας αντιλήψεων, όταν είναι πια πολύ αργά. Διότι δεν λησμονούμε ότι τα σύνορα υπάρχουν χάριν των ανθρώπων που τα υφίστανται και όχι, αντιστρόφως, οι άνθρωποι χαριν των συνόρων. Τα σύνορα δεν είναι ούτε αιώνια ούτε αμετάβλητα, για τον πολύ απλό λόγο ότι δεν είναι ούτε αιώνιοι ούτε αμετάβλητοι οι λαοί που περιέχουν. Και μια σύγχρονη δημοκρατία (πρέπει να) μπορεί να διαχειρίζεται ακόμη και μια τέτοια δοκιμασία.

Ιδωμένο υπό αυτό το πρίσμα, νομίζω ότι το καταλανικό αίτημα είναι δίκαιο. Ο Ισπανός Πρωθυπουργός αναλώνεται σε τυπική και στενά νομική επιχειρηματολογία (ναι, το ξέρουμε ότι οι επαναστάσεις δεν προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία!), αντί να μιλήσει με θάρρος επί της ουσίας: πόσα ενώνουν Ισπανούς και Καταλανούς μέσα στους αιώνες, πόσο έχουν αδιάλυτα συμπλακεί οι δύο ταυτότητες και πόσο περιττός είναι ο καταλανικός μικρο-εθνικισμός εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η δυσμενής σύγκριση με τον ομόλογό του Βρετανό Πρωθυπουργό στο σκωτικό δημοψήφισμα του 2014 είναι αποκαλυπτική. Από την άλλη μεριά, ποιος μπορεί να αρνηθεί την φωνή σε ένα μικρό λαό, που έχει διαδηλώσει με επιμονή και πείσμα διαχρονικά το αίτημα του για ανεξαρτησία; Ποιος πιστεύει στα αλήθεια ότι η Ισπανική Χωροφυλακή μπορεί να καθυποτάξει ένα ολόκληρο έθνος; Ίσως οι Καταλανοί εθνικιστές είναι πλεονέκτες, ίσως είναι θερμοκέφαλοι, ίσως περιφρονούν τους συμπατριώτες τους Ισπανούς. Αλλά ας ακουστούν σε ένα ανοιχτό, έντιμο, εύδικο δημοψήφισμα. Όπως κάνουμε στις φιλελεύθερες δημοκρατίες.

*Ο Αθανάσιος Αναγνωστόπουλος είναι διδάκτωρ Ποινικού Δικαίου, δικηγόρος
14o
14%
meteorologos.gr

Θεσσαλονίκη