Εκτύπωση

Άρωμα μιας άλλης εποχής

Μετς, πίσω από το λόφο του Αρδηττού

Δημοσίευση: 22 Δεκ. 2017,14:04 |

Γιάννης Ν. Μπασκόζος

Γεννήθηκα στο Μετς, με μια απορία: γιατί το λένε έτσι. Ο πατέρας μου δεν ήξερε να απαντήσει. Στο σχολείο, πολύ αργότερα, έμαθα ότι υπήρχε μια πόλη Μετς. Σκέφτηκα ότι κάποιος πλούσιος που την είχε επισκεφθεί θα έδωσε στη βίλα του στο Μετς το όνομα εκείνης της πόλης. Αλλά βίλα στην περιοχή δεν υπήρχε. Μικρά, δίπατα -τα πιο πολλά- σπίτια ήταν αυτά που έβλεπα γύρω μου. Τα περισσότερα τρυπημένα ακόμη από σφαίρες, απομεινάρια του Εμφυλίου. Στις τελευταίες τάξεις του τριτάξιου γυμνασίου έμαθα ότι στο Μετς της Γαλλίας είχε γίνει μια σπουδαία μάχη. Αυτό με έκανε να σκεφτώ ότι πιθανόν σε ανάμνηση εκείνης της μάχης κάποιος έδωσε στην περιοχή το όνομα αυτό. Ζούσαμε στην εποχή που δεν υπήρχε διαδίκτυο, οπότε άντε να μάθεις τι έγινε με τη μάχη του Μετς. Σήμερα, αν μπεις στη Βικιπαίδεια, θα διαβάσεις: «Μετς: [...] Το όνομα προήλθε από ονομασία παλαιότατου εξοχικού κέντρου που βρισκόταν κοντά στον Ιλισσό. Επρόκειτο για μπιραρία που είχε δημιουργήσει ο βαυαρικής καταγωγής Κάρολος Φιξ για να προωθήσει την μπίρα του, και ονομάστηκε έτσι προς τιμήν της πόλεως Μετς της Λορραίνης και της ομώνυμης μάχης του Γαλλοπρωσσικού Πολέμου του 1870-71 [...]». Αλλά αυτά εμείς τότε δεν τα ξέραμε.



Στη γειτονιά, θυμάμαι, κάποιοι λέγανε «Μένω στου Μέτσι». Μια προσπάθεια στο πιο λαϊκο-χωριάτικό του. Άλλοι λέγανε «Μένω πίσω από το λόφο». Ο λόφος ήταν αυτός του Αρδηττού. Μένανε κυρίως άνθρωποι της μεσαίας τάξης αλλά και εργάτες, οικοδόμοι ή σε μεγάλα εργοστάσια υπάλληλοι. Ξεχώριζαν οι στρατιωτικοί, οι τραπεζοϋπάλληλοι και ακολουθούσαν οι έχοντες φαρμακείο ή εμπορικό κατάστημα στο Παγκράτι. Η περιοχή είχε κάποιους λίγους ξένους, Άγγλους κυρίως, απομεινάρια μιας χίπικης εποχής. Ήρθαν, κόλλησαν. Αργότερα το εποίκισαν καλλιτέχνες που είχαν χρήματα κι αγόρασαν κάποια νεόκτιστα ή επισκεύασαν τα παλιά, ο Μικρούτσικος, ο Κοντογιάννης -ο λαϊκός τραγουδιστής-, ο Κούνδουρος.



Η περιοχή είχε και γυμναστήριο, μια παιδική χαρά με μπασκέτα. Η χαρά του παιδιού κυριολεκτικά. Τις Κυριακές και αργά το βράδυ τις καθημερινές πηδάγαμε τα σύρματα και με δικιά μας μπάλα παίζαμε στη μία μπασκέτα, τρεις και τρεις συνήθως, μέχρι εξαντλήσεως.

Από τη γειτονιά περνούσε ο παγοπώλης, ο γανωτής, ο καρεκλάς, ο παγωτατζής. Και άλλοι που δεν θυμάμαι. Η Αρχιμήδους ήταν χωματόδρομος και κατέληγε σε σκαλάκια. Για μας ήταν ένα απέραντο οικόπεδο. Ακόμα και σήμερα έχει πλάτος πέντε αυτοκινήτων στη σειρά. Τότε δεν περνούσαν αυτοκίνητα. Ο γειτόνισσες κάθονταν το βράδυ στα σκαλάκια μπροστά στο σπίτι τους - όλα τα σπίτια είχαν δυο τρία σκαλάκια για να ανέβεις στα ενδότερα.



Τα βράδια του καλοκαιριού, πέφτοντας στο κρεβάτι, άκουγα τα τραγούδια από το αναψυκτήριο της «Αίγλης» στο Ζάππειο. Ελαφρά τραγούδια, ιταλικά και γαλλικά, τα λεγόμενα «ευρωπαϊκά». Το "Quando, quando, quando" του Τόνυ Ρένις ή το "Nel blu dipinto di blu" του Ντομένικο Μοντούνιο, το περίφημο και γνωστό ως "Volare". Η ορχήστρα ήταν του Ζαχαρία Τσίχλα. Τα τελευταία χρόνια έπαιζε πιάνο και ο Τζίμης Αρνίδης, γνωστός από τις παρέες μου στον «Λέντζο».



Το ανωτέρω κείμενο περιλαμβάνεται στη συλλογική έκδοση της Εταιρείας Συγγραφέων Τόποι της Λογοτεχνίας (εκδόσεις Καστανιώτη, 2015).

Γιάννης Ν. Μπασκόζος γεννήθηκε το 1952 στην Αθήνα. Σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ασχολήθηκε με τη θεωρία πολιτισμού. Εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή στον Τομέα Ανθρωπιστικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών με καθηγητή τον Μ. Γ. Μερακλή.

Για πολλά χρόνια υπήρξε συνεργάτης της οικονομικής εφημερίδας «Εξπρές» και του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη, αρχικά στο περιοδικό «Οικονομικός Ταχυδρόμος» και αργότερα στην έντυπη και ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας «Το Βήμα», έχοντας διατελέσει, μεταξύ άλλων, υπεύθυνος για το ένθετο «Βήμα Ιδεών» και συνεργάτης στο «Βήμα Βιβλία».

Παράλληλα, διαδέχθηκε τον Ηρακλή Παπαλέξη στη διεύθυνση του περιοδικού «Διαβάζω», από το 2006 έως τη διακοπή της κυκλοφορίας του, τον Ιούνιο του 2012, ενώ διετέλεσε αρχισυντάκτης του αγγλόφωνου περιοδικού "Hellenic Quarterly". Το 2013 δημιούργησε και έκτοτε διευθύνει το ηλεκτρονικό περιοδικό για το βιβλίο «Ο Αναγνώστης».

Συνεργασίες και άρθρα του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά: «Διαβάζω», «Ο Αναγνώστης», "Ithaca", «Αντί», «Πολίτης», «Ιχνευτής», «Η Άλως», «Επιστημονική Σκέψη», «Πανδώρα», «Γραφή» (Λάρισα), «Ρόπτρον» (Βόλος) και άλλα.

Έχει εκδώσει τις συλλογές διηγημάτων «ΜΕΖ» (Καστανιώτης, 2005) και «Ποιοι ακούνε ακόμα τζαζ;» (Κέδρος, 2011), την πολιτιστική μελέτη «Τα περιττά και τα ουσιώδη, πολιτιστικές τάσεις στη μεταπολίτευση» (Δελφίνι, 1996) και έχει επιμεληθεί τους συλλογικούς τόμους «Η πολιτική οικονομία της παγκοσμιοποίησης», σε συνεργασία με τον καθηγητή Κώστα Λαπαβίτσα (Παπαζήσης, 2004), και «Περί ζώων: με λογική και συναίσθημα», σε συνεργασία με την καθηγήτρια Άννα Λυδάκη (Ψυχογιός, 2011).

*Τα στοιχεία που αφορούν τη ζωή και το έργο του Γιάννη Ν. Μπασκόζου προέρχονται από τη ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ (www.biblionet.gr)

Βαγγέλης Στεργιόπουλος