Εκτύπωση

Η Αναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου II

Δημοσίευση: 18 Νοε. 2011 12:33

Στο προηγούμενο σημείωμα είχε αναλυθεί ότι η ύπαρξη συνθηκών ρευστότητας του Δημοσίου είναι απαραίτητος όρος για να μπορέσει να ξεκινήσει μια διαδικασία επαναδιαπραγμάτευσης του Μνημονίου και όλης της οικονομικής πολιτικής.

Στο σημείωμα αυτό θα αναδείξουμε δύο ακόμα, πολιτικές αυτήν τη φορά, προϋποθέσεις που είναι απαραίτητες για να ξεκινήσει μια παρόμοια διαδικασία.

Η πρώτη είναι η πολιτική σταθερότητα. Η δεύτερη αφορά την καλή επικοινωνία της δημόσιας διοίκησης με τους εξωτερικούς φορείς που συνδέονται μαζί της.

Η οικονομική πολιτική είναι απαραίτητο να εφαρμόζεται από πολιτικές κυβερνήσεις που έχουν συγκεκριμένη εντολή προς τον σκοπό αυτόν. Μια κυβέρνηση δεν μπορεί να βρίσκεται προς την έξοδο όταν θα αρχίσει να επαναδιαπραγματεύεται το Μνημόνιο. Με άλλα λόγια, δεν είναι δυνατόν να ξεκινήσει επαναδιαπραγμάτευση από μια κυβέρνηση που θα παραδώσει σε μία άλλη, η οποία έχει στο πρόγραμμά της ενδεχομένως ένα διαφορετικό πλαίσιο διαπραγμάτευσης. Αυτό είναι εξαιρετικά κουραστικό για όλους. Εξάλλου, τόσο σοβαρές υποθέσεις δεν είναι δυνατόν να γίνονται αντικείμενο μιας μη σταθερής αποτελεσματικής διαχείρισης.

Ο αναγνώστης όμως μη βγάλει το συμπέρασμα ότι με αυτό θέλω να υποστηρίξω τη συνέχιση του βίου της σημερινής κυβέρνησης εθνικής ενότητας, παρόλο που πράγματι πιστεύω ότι οι ασφυκτικές προθεσμίες δεν έχουν πολύ μεγάλο νόημα, διότι το PSI (το 50% κούρεμα του δημόσιου χρέους προς τον ιδιωτικό τομέα) δεν θα τελεσφορήσει τόσο εύκολα όπως πολλοί πιστεύουν και ενδεχομένως θα απαιτηθεί περισσότερος χρόνος. Δεν είναι όμως αυτό που θέλω να επισημάνω εδώ. Αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι το πολιτικό πνεύμα που ενσωματώθηκε στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας πρέπει να διατηρηθεί σταθερό για τον υπόλοιπο βίο αυτής της κυβέρνησης και τουλάχιστον για τον βίο της επόμενης. Ένας ορίζοντας πενταετίας είναι απαραίτητος για μια αποτελεσματική πολιτική διαπραγμάτευση για ένα τόσο σοβαρό θέμα όπως ο ανασχεδιασμός της οικονομικής πολιτικής (Μνημόνιο). Αυτό ισχύει ανεξάρτητα από το ποιες πολιτικές δυνάμεις κυβερνούν (εκλογές, κυβερνήσεις συνεργασίας κ.τ.λ.). Με άλλα λόγια, πολιτική σταθερότητα μπορεί να υπάρχει και μετά από εκλογικές αναμετρήσεις αρκεί το πνεύμα της συνεργασίας να είναι διάχυτο στους πολιτικά ανταγωνιζόμενους.

Το δεύτερο σημείο αφορά τους δίαυλους επικοινωνίας του ελληνικού δημόσιου συστήματος με τους αντισυμβαλλόμενούς μας, δηλαδή τους Ευρωπαίους που έχουν την ευθύνη της συνεργασίας με την ελληνική πλευρά.

Στο παρελθόν, όταν ακόμα σχεδιαζόταν το Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης (από το 1996), είχε αναληφθεί η πρωτοβουλία να οργανωθούν μέσα στην ελληνική δημόσια διοίκηση οργανικές δομές, οι οποίες θα εξασφάλιζαν μια ορθολογική διαχείριση των δημόσιων πόρων του Κοινοτικού Πλαισίου. Έτσι προέκυψαν η ΜΟΔ ΑΕ και οι Διαχειριστικές Αρχές στα υπουργεία.

Οι δομές αυτές αρχικά πέτυχαν το στόχο τους. Στην πορεία όμως του χρόνου απορροφήθηκαν σ’ ένα βαθμό από αρνητικές εκφράσεις λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης, αφού πολλές φορές έγιναν αντικείμενο πιέσεων. Η αποδυνάμωση του ανεξάρτητου χαρακτήρα τους, πάντως, είχε να κάνει και με την αλλαγή στον τρόπο οργάνωσης των Κοινοτικών Πλαισίων (μεγαλύτερη επιρροή των εθνικών αρχών) και τη σχετικά πρόσφατη αλλαγή του χαρακτήρα τους, κατά την οποία οι διαχειριστικές αρχές μεταβλήθηκαν από αρχές σχεδιασμού σε αρχές εφαρμογής (!), αφού έτσι ήλθαν πολύ πιο κοντά στην πολιτική ηγεσία.

Η εκ νέου οργάνωση λοιπόν του όλου συστήματος των σχέσεων μεταξύ Ευρωπαίων και ελληνικής διοικητικής μηχανής (μέσω των συστημάτων τεχνικής βοήθειας) θα ευνοήσει ιδιαίτερα τον επανασχεδιασμό της Ελληνικής Οικονομικής Πολιτικής, με στόχο την επιμήκυνση του χρόνου εφαρμογής. Και είναι πολύ απλό γιατί: Σε μια αποτελεσματική μηχανή δημιουργείται ευκολότερα εμπιστοσύνη ότι θα φέρει σε πέρας ένα πρόγραμμα π.χ. πενταετίας. Σε μια αναποτελεσματική διοικητική μηχανή που μόνο αβεβαιότητα δημιουργεί, ο αντισυμβαλλόμενος τείνει να συμφωνήσει στους ελάχιστους δυνατούς χρόνους εφαρμογής του προγράμματος.

Συμπερασματικά, δημοσιονομική ρευστότητα, πολιτική σταθερότητα και ικανοποιητική διοικητική επικοινωνία είναι οι απαραίτητες προϋποθέσεις για μια εκ νέου οργάνωση της οικονομικής πολιτικής. Αυτές όμως πρέπει να εφαρμοστούν από την ελληνική πλευρά.

Καθ. Παναγιώτης Ε. Πετράκης