Φροντίζω και υποκινώ

Περιθάλπω και υποθάλπω

Περιθάλπω και υποθάλπω
Η χώρα μας περιθάλπει έναν πολύ μεγάλο αριθμό προσφύγων, φτωχών και κατατρεγμένων ανθρώπων, παρά τα σοβαρότατα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει
Ρήμα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας με ασαφή ετυμολογική προέλευση, το θάλπω είχε την έννοια τού θερμαίνω, ζεσταίνω, ερεθίζω ή παροξύνω, περιποιούμαι, παρηγορώ, περιβάλλω κάποιον με τη στοργή μου.

Παράγωγα τού θάλπω, που στη νέα ελληνική γλώσσα απαντά μόνον ως λόγια λέξη με τη σημασία τού ζεσταίνω ή θερμαίνω κατά τρόπο που προκαλεί ευχάριστη διάθεση, είναι τα ουσιαστικά θαλπωρή (γλυκιά ζέστη, θερμή ή εγκάρδια ατμόσφαιρα) και θάλπος (αίσθηση ζεστασιάς και ασφάλειας), καθώς και το επίθετο θαλπερός (αυτός που παρέχει ήπια θερμότητα, τρυφερός, γλυκός).

Δύο σύνθετες λέξεις της νέας ελληνικής γλώσσας με δεύτερο συνθετικό το ρήμα θάλπω, το περιθάλπω και το υποθάλπω, συχνά δεινοπαθούν, καθώς αρκετοί χρήστες τους, άγνωστο γιατί, θεωρούν σκόπιμο να προσθέσουν σε αυτές ένα επιπλέον γράμμα, το τ, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα να διαβάζουμε και να ακούμε τα απολύτως λανθασμένα και άκρως ενοχλητικά περιθάλπτω και υποθάλπτω.

Το ρήμα περιθάλπω (περι- + θάλπω, με το πρώτο συνθετικό να δηλώνει εν προκειμένω φροντίδα ή προσοχή) σημαίνει φροντίζω, περιποιούμαι, προσέχω, προσφέρω βοήθεια και προστασία, παρέχω ιατρική υποστήριξη, θεραπεύω:

«Τα κρατικά νοσοκομεία είναι υποχρεωμένα να περιθάλπουν όλους τους ασθενείς, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη το εάν αυτοί καλύπτονται από ένα κρατικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης», «Η χώρα μας περιθάλπει έναν πολύ μεγάλο αριθμό προσφύγων, φτωχών και κατατρεγμένων ανθρώπων, παρά τα σοβαρότατα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει», «Η άπορη αυτή οικογένεια, όπως και δεκάδες άλλες, περιθάλπεται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Δήμου Αθηναίων».

Το ουσιαστικό περίθαλψη, παράγωγο του ρήματος περιθάλπω, κάνει πολύ συχνά την εμφάνισή του στο γραπτό και τον προφορικό λόγο: περίθαλψη μεταναστών, δωρεάν περίθαλψη ανασφαλίστων, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, νοσοκομειακή περίθαλψη, φαρμακευτική περίθαλψη, υγειονομική περίθαλψη, διασυνοριακή περίθαλψη κ.λπ.

Το ρήμα υποθάλπω (υπο- + θάλπω, με το πρώτο συνθετικό να δηλώνει εν προκειμένω κάτι που γίνεται κρυφά, λάθρα ή συγκεκαλυμμένα), που απαντά και στην αρχαία ελληνική γλώσσα με την έννοια τού θερμαίνω εσωτερικά, έχει στη νέα ελληνική γλώσσα τις ακόλουθες σημασίες: κρύβω, προστατεύω και διατρέφω κάποιον κατά παράβαση των νόμων, υποδαυλίζω, υποκινώ, διεγείρω έντεχνα ή ενισχύω κρυφά ένα πάθος, ένα αρνητικό συναίσθημα, μια πράξη ή δραστηριότητα με αρνητικό σημασιολογικό φορτίο. Τα παραδείγματα που ακολουθούν είναι διαφωτιστικά:

«Τα δύο αδέλφια κατηγορούνται ότι υπέθαλψαν επί μακρόν στην εξοχική κατοικία τους τούς σεσημασμένους κακοποιούς», «Κατά την άποψή μου, ακραίοι πολιτικοί σχηματισμοί υποθάλπουν άκριτα και ανεύθυνα τις ταραχές των τελευταίων ημερών», «Με τα άρθρα και τις ομιλίες του δεν προσφέρει καλές υπηρεσίες στην πατρίδα, αφού υποθάλπει διαρκώς την εχθρότητα και το μίσος μεταξύ των δύο λαών».

Το ουσιαστικό υπόθαλψη, παράγωγο του ρήματος υποθάλπω, δηλώνει τη συγκεκαλυμμένη παροχή προστασίας και τροφής σε κάποιον παρά τα όσα επιτάσσει το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο («Σε βάρος του έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για παράνομη οπλοφορία και υπόθαλψη εγκληματία»), όπως και τη διατήρηση ή την κρυφή ενίσχυση αρνητικών συναισθημάτων ή καταστρεπτικών πράξεων («Η υπόθαλψη των παθών που έσπειρε ο Εμφύλιος είναι χωρίς αμφιβολία μια πράξη αξιοκατάκριτη»).

Βαγγέλης Στεργιόπουλος

in.gr

14o
14%
meteorologos.gr

Θεσσαλονίκη