![]()
![]()
![]()
![]()

Δημοσίευση: 27 Μαϊ. 2011, 00:18
Έρευνα του ΚΕΠΕ για την αγορά εργασίας
Την ελάχιστη αμοιβή παίρνει το 25% των εργαζομένων- Ακάλυπτοι από το νόμο οι άνεργοι

- Οι εξελίξεις στην αγορά εργασίας και η υψηλή ανεργία είναι από τους κύριους λόγους που κατέβασαν «Αγανακτισμένους» σε Ελλάδα και Ισπανία στις πλατείες

Αθήνα
Την απογοητευτική εικόνα που εμφανίζει η αγορά εργασίας, η κατάσταση στην οποία συνεχώς επιδεινώνεται, έρχεται να επιβεβαιώσει έρευνα του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ).
Στα αποκαρδιωτικά συμπεράσματα της καταγράφει ότι το 25% των εργαζόμενων αμείβεται με τις ελάχιστες αμοιβές, ενώ ούτε αυτή δεν εξασφαλίζουν όσοι τελούν υπό καθεστώς «μαύρης εργασίας».
Η μακροχρόνια ανεργία και αυτή των νέων και γυναικών παραμένει συστηματικά υψηλή παρά τους πολλούς κοινοτικούς πόρους που έχουν διατεθεί για την αντιμετώπιση του φαινομένου, προσθέτει η έρευνα που κρίνει -αν μη τι άλλο- αναποτελεσματικές τις ακολουθούμενες πολιτικές απασχόλησης.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την έρευνα χαμηλότερα από τις κατώτατες αμοιβές αμείβεται το 6,2% των εργαζομένων στην Ελλάδα με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, το 25% αμείβεται με τις ελάχιστες αμοιβές, ενώ με αμοιβές κατώτερες από τις χαμηλότερες αμείβονται εργαζόμενοι που εργάζονται σε καθεστώς αδήλωτης εργασίας, κυρίως μετανάστες, νόμιμοι και παράνομοι.
Υπάρχουν επίσης σημαντικά κενά στη νομοθεσία για την προστασία των ανέργων και όσων εισέρχονται για πρώτη φορά στην αγορά εργασίας.
Στην έρευνα διαπιστώνεται επίσης ότι η ελληνική αγορά εργασίας παρουσιάζει χαμηλή συμμετοχή και απασχόληση του πληθυσμού των παραγωγικών ηλικιών.
Επίσης συμπεραίνει ότι η ανεργία, ιδιαίτερα η μακροχρόνια, των νέων και των γυναικών παρά τη διάθεση αρκετών χρηματικών πόρων μέσω τριών διαδοχικών Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης για την ενίσχυση της απασχόλησης, παραμένει συστηματικά υψηλή, έχοντας αποκτήσει ενδημικό χαρακτήρα.
Η διεθνής χρηματοοικονομική κρίση, που ξεκίνησε το 2008, σε συνδυασμό με την κρίση ελλειμμάτων και χρέους του ελληνικού Δημοσίου έχουν χειροτερεύσει τους δείκτες απασχόλησης και ανεργίας, προστίθεται στην έρευνα.
Τονίζεται δε ότι ο δραστικός περιορισμός αυτών των αρνητικών χαρακτηριστικών ή συνώνυμα η παραγωγική αξιοποίηση των ανθρωπίνων πόρων της χώρας αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την οικονομική και κοινωνική βελτίωση της.
Ωστόσο, η διαμόρφωση και εφαρμογή αποτελεσματικής πολιτικής απασχόλησης δυσχεραίνεται από την ανεπάρκεια γνώσης της λειτουργίας της αγοράς εργασίας.
Την έρευνα του ΚΕΠΕ για τις εξελίξεις στην αγορά εργασίας διεξήγαγαν οι ερευνητές του ΚΕΠΕ: Κώστας Κανελλόπουλος, Κυριακή Αθανασούλη, Κώστας Ευστρατόγλου, Γιάννης Παναγόπουλος, Παναγιώτα Παπακωνσταντίνου και Πρόδρομος Προδρομίδης, με στόχο την υποβοήθηση στην εξειδίκευση αρχών πολιτικής για την αύξηση της απασχόλησης.
Κύρια συμπεράσματα και προτάσεις
Μερικές από τις κύριες διαπιστώσεις και εξαγόμενες αρχές πολιτικής είναι οι ακόλουθες:
Οι άνεργοι, οι μετανάστες και οι μερικώς απασχολούμενοι δεν ασκούν επιρροή στις συλλογικές διαπραγματεύσεις και στα αποτελέσματά τους.
Σημαντική επιρροή επίσης ασκούν στη λειτουργία των αγορών εργασίας τα επιμελητήρια ή οι επιστημονικοί σύλλογοι των ελεύθερων επαγγελματιών, κυρίως των μηχανικών, δικηγόρων και γιατρών.
Καθίσταται έτσι σαφές ότι στην οικονομία δεν υπάρχει σταθερό απόθεμα θέσεων εργασίας, όπου η πρόσληψη κάποιου προϋποθέτει ή συνεπάγεται την αποχώρηση κάποιου άλλου από την εργασία. Αντίθετα, όταν υπάρχουν ευνοϊκές προϋποθέσεις η οικονομία αναπτύσσεται δυναμικά (αξιόλογη αύξηση του ΑΕΠ) και δημιουργεί επιπλέον θέσεις εργασίας για τους διαθέσιμους εργαζόμενους.
Οι όροι και συνθήκες πρόσληψης των γυναικών δεν φαίνονται ευνοϊκοί για την αύξηση της απασχόλησής τους. Η πολιτική υπέρ της απασχόλησής τους εστιάζεται κυρίως στην τόνωση της προσφοράς εργασίας τους, όπου δεν φαίνεται να υπάρχουν πλέον ισχυροί περιοριστικοί παράγοντες, ενώ μέτρα ενίσχυσης της ζήτησης εργασίας τους είναι περιορισμένα.
Οι υπηρεσίες, ιδιαίτερα αυτές του δημόσιου τομέα, συνήθως παράγουν μη ανταλλάξιμα διεθνώς προϊόντα. Έτσι, η συμβολή της εκπαίδευσης στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας πιθανό να υπολείπεται από την μέγιστη δυνατή.
Αυτά τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά συνδέονται προφανώς με τους σχετικούς όρους αμοιβών και συνθηκών εργασίας που επικρατούν στους επιμέρους παραγωγικούς κλάδους.
Γενικά, οι αμοιβές (όχι μόνο οι μηνιαίες καθαρές) και οι συνθήκες εργασίας είναι πιο ελκυστικές στις υπηρεσίες, ιδιαίτερα τις δημόσιες, για αυτό και προσελκύουν το εργατικό δυναμικό με τα περισσότερα προσόντα.
Αυτό, όμως, ενισχύει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι υποκείμενοι σε διεθνή ανταγωνισμό κλάδοι, οι οποίοι δεν μπορούν να στρατολογήσουν στελέχη που θα μπορούσαν να συμβάλλουν στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς τους (εσωτερικής και εξωτερικής), και ταυτόχρονα εκτρέφει τα δημόσια ελλείμματα και χρέος.
Την τελευταία δεκαετία η αύξηση του μέσου ονομαστικού μισθού δεν υστέρησε από τη βελτίωση της παραγωγικότητας και τις αυξήσεις των τιμών, ενώ το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος εμφάνισε αξιόλογη αύξηση, γεγονός που αποτελεί ένδειξη ότι οι αυξήσεις των τιμών ενσωματώνουν σε κάποιο βαθμό το αυξημένο κόστος εργασίας.
Οι στόχοι μείωσης της ανεργίας, βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας, καταπολέμησης του πληθωρισμού και δημοσιονομικής εξυγίανσης εξυπηρετούνται με αυξήσεις μισθών χαμηλότερες από την παραγωγικότητα.
Ούτε η στήριξη των ανέργων με επιδόματα ανεργίας με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που τη χαρακτηρίζουν μπορεί να χαρακτηρισθεί ορθολογική ή δίκαιη. Ισχύουν σχετικά αυστηρές προϋποθέσεις για τακτική επιδότηση ανεργίας και χαλαρές για έκτακτη επιδότηση για συγκεκριμένα επαγγέλματα.
Στα αποκαρδιωτικά συμπεράσματα της καταγράφει ότι το 25% των εργαζόμενων αμείβεται με τις ελάχιστες αμοιβές, ενώ ούτε αυτή δεν εξασφαλίζουν όσοι τελούν υπό καθεστώς «μαύρης εργασίας».
Η μακροχρόνια ανεργία και αυτή των νέων και γυναικών παραμένει συστηματικά υψηλή παρά τους πολλούς κοινοτικούς πόρους που έχουν διατεθεί για την αντιμετώπιση του φαινομένου, προσθέτει η έρευνα που κρίνει -αν μη τι άλλο- αναποτελεσματικές τις ακολουθούμενες πολιτικές απασχόλησης.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την έρευνα χαμηλότερα από τις κατώτατες αμοιβές αμείβεται το 6,2% των εργαζομένων στην Ελλάδα με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, το 25% αμείβεται με τις ελάχιστες αμοιβές, ενώ με αμοιβές κατώτερες από τις χαμηλότερες αμείβονται εργαζόμενοι που εργάζονται σε καθεστώς αδήλωτης εργασίας, κυρίως μετανάστες, νόμιμοι και παράνομοι.
Υπάρχουν επίσης σημαντικά κενά στη νομοθεσία για την προστασία των ανέργων και όσων εισέρχονται για πρώτη φορά στην αγορά εργασίας.
Στην έρευνα διαπιστώνεται επίσης ότι η ελληνική αγορά εργασίας παρουσιάζει χαμηλή συμμετοχή και απασχόληση του πληθυσμού των παραγωγικών ηλικιών.
Επίσης συμπεραίνει ότι η ανεργία, ιδιαίτερα η μακροχρόνια, των νέων και των γυναικών παρά τη διάθεση αρκετών χρηματικών πόρων μέσω τριών διαδοχικών Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης για την ενίσχυση της απασχόλησης, παραμένει συστηματικά υψηλή, έχοντας αποκτήσει ενδημικό χαρακτήρα.
Η διεθνής χρηματοοικονομική κρίση, που ξεκίνησε το 2008, σε συνδυασμό με την κρίση ελλειμμάτων και χρέους του ελληνικού Δημοσίου έχουν χειροτερεύσει τους δείκτες απασχόλησης και ανεργίας, προστίθεται στην έρευνα.
Τονίζεται δε ότι ο δραστικός περιορισμός αυτών των αρνητικών χαρακτηριστικών ή συνώνυμα η παραγωγική αξιοποίηση των ανθρωπίνων πόρων της χώρας αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την οικονομική και κοινωνική βελτίωση της.
Ωστόσο, η διαμόρφωση και εφαρμογή αποτελεσματικής πολιτικής απασχόλησης δυσχεραίνεται από την ανεπάρκεια γνώσης της λειτουργίας της αγοράς εργασίας.
Την έρευνα του ΚΕΠΕ για τις εξελίξεις στην αγορά εργασίας διεξήγαγαν οι ερευνητές του ΚΕΠΕ: Κώστας Κανελλόπουλος, Κυριακή Αθανασούλη, Κώστας Ευστρατόγλου, Γιάννης Παναγόπουλος, Παναγιώτα Παπακωνσταντίνου και Πρόδρομος Προδρομίδης, με στόχο την υποβοήθηση στην εξειδίκευση αρχών πολιτικής για την αύξηση της απασχόλησης.
Κύρια συμπεράσματα και προτάσεις
Μερικές από τις κύριες διαπιστώσεις και εξαγόμενες αρχές πολιτικής είναι οι ακόλουθες:
- Η εργατική νομοθεσία παρέχει προστασία στις αμοιβές και απασχόληση μόνο των εργαζόμενων μισθωτών, ενώ δεν προβλέπει πολλά για την προώθηση της ζήτησης εργασίας ή τη μετάβαση εργαζομένων από μια θέση στην αγορά εργασίας σε άλλη.
Οι άνεργοι, οι μετανάστες και οι μερικώς απασχολούμενοι δεν ασκούν επιρροή στις συλλογικές διαπραγματεύσεις και στα αποτελέσματά τους.
- Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις δεν μπορεί να υπάρχουν στο δημόσιο τομέα (και ΔΕΚΟ) επειδή εκεί δεν υπάρχει εργοδοσία με την κλασική έννοια, αλλά διορισμένες πολιτικές διοικήσεις σε φορείς χωρίς τον κίνδυνο χρεοκοπίας, οι οποίες κατά κανόνα ενδίδουν πιο εύκολα στις διεκδικήσεις των συνδικάτων και μάλιστα συχνά με πολιτικό όφελος.
Σημαντική επιρροή επίσης ασκούν στη λειτουργία των αγορών εργασίας τα επιμελητήρια ή οι επιστημονικοί σύλλογοι των ελεύθερων επαγγελματιών, κυρίως των μηχανικών, δικηγόρων και γιατρών.
- Η συνολική απασχόληση τη δεκαετία του '80 παρουσίασε αύξηση 0,5% ετησίως, τη δεκαετία του '90 αύξηση 1,3% και την επταετία 2001-2007 1,9%, ετησίως.
Καθίσταται έτσι σαφές ότι στην οικονομία δεν υπάρχει σταθερό απόθεμα θέσεων εργασίας, όπου η πρόσληψη κάποιου προϋποθέτει ή συνεπάγεται την αποχώρηση κάποιου άλλου από την εργασία. Αντίθετα, όταν υπάρχουν ευνοϊκές προϋποθέσεις η οικονομία αναπτύσσεται δυναμικά (αξιόλογη αύξηση του ΑΕΠ) και δημιουργεί επιπλέον θέσεις εργασίας για τους διαθέσιμους εργαζόμενους.
- Η αυξημένη προσφορά εργατικού δυναμικού τις τελευταίες δεκαετίες δεν συνοδεύτηκε με ανάλογα αυξημένη ζήτηση εργασίας και δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης.
Οι όροι και συνθήκες πρόσληψης των γυναικών δεν φαίνονται ευνοϊκοί για την αύξηση της απασχόλησής τους. Η πολιτική υπέρ της απασχόλησής τους εστιάζεται κυρίως στην τόνωση της προσφοράς εργασίας τους, όπου δεν φαίνεται να υπάρχουν πλέον ισχυροί περιοριστικοί παράγοντες, ενώ μέτρα ενίσχυσης της ζήτησης εργασίας τους είναι περιορισμένα.
- Υπάρχει ένα χρόνιο απόθεμα μακροχρόνιων ανέργων, καθώς και απασχολούμενων με μικρές ροές από το ένα στο άλλο. Οι περιοριστικές ρυθμίσεις στην ευχέρεια εισόδου νέων επιχειρήσεων, οι ακαμψίες στις προσλήψεις και απολύσεις, καθώς και το υψηλό μη μισθολογικό κόστος φαίνεται ότι συνδέονται με τη υψηλή μακροχρόνια ανεργία.
- Κλάδοι που παράγουν διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα, όπως η γεωργία και η βιομηχανία, συγκεντρώνουν απασχολούμενους με σχετικά χαμηλά εκπαιδευτικά προσόντα. Αντίθετα, κλάδοι υπηρεσιών, ιδιαίτερα του Δημοσίου, συγκεντρώνουν εργατικό δυναμικό με υψηλά εκπαιδευτικά προσόντα.
Οι υπηρεσίες, ιδιαίτερα αυτές του δημόσιου τομέα, συνήθως παράγουν μη ανταλλάξιμα διεθνώς προϊόντα. Έτσι, η συμβολή της εκπαίδευσης στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας πιθανό να υπολείπεται από την μέγιστη δυνατή.
Αυτά τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά συνδέονται προφανώς με τους σχετικούς όρους αμοιβών και συνθηκών εργασίας που επικρατούν στους επιμέρους παραγωγικούς κλάδους.
Γενικά, οι αμοιβές (όχι μόνο οι μηνιαίες καθαρές) και οι συνθήκες εργασίας είναι πιο ελκυστικές στις υπηρεσίες, ιδιαίτερα τις δημόσιες, για αυτό και προσελκύουν το εργατικό δυναμικό με τα περισσότερα προσόντα.
Αυτό, όμως, ενισχύει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι υποκείμενοι σε διεθνή ανταγωνισμό κλάδοι, οι οποίοι δεν μπορούν να στρατολογήσουν στελέχη που θα μπορούσαν να συμβάλλουν στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς τους (εσωτερικής και εξωτερικής), και ταυτόχρονα εκτρέφει τα δημόσια ελλείμματα και χρέος.
- Οι ελάχιστες νόμιμες αμοιβές είναι υψηλότερες από τις αμοιβές ισορροπίας στις οποίες αρκετοί άνεργοι θα δέχονταν να εργαστούν. Κάτι τέτοιο συμβαίνει στον ανεπίσημο τομέα της οικονομίας με τις πολλές χιλιάδες (νόμιμους και παράνομους) μετανάστες, αλλά και στις πολύ μικρές οικογενειακές εκμεταλλεύσεις.
Την τελευταία δεκαετία η αύξηση του μέσου ονομαστικού μισθού δεν υστέρησε από τη βελτίωση της παραγωγικότητας και τις αυξήσεις των τιμών, ενώ το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος εμφάνισε αξιόλογη αύξηση, γεγονός που αποτελεί ένδειξη ότι οι αυξήσεις των τιμών ενσωματώνουν σε κάποιο βαθμό το αυξημένο κόστος εργασίας.
Οι στόχοι μείωσης της ανεργίας, βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας, καταπολέμησης του πληθωρισμού και δημοσιονομικής εξυγίανσης εξυπηρετούνται με αυξήσεις μισθών χαμηλότερες από την παραγωγικότητα.
- Η αύξηση της απασχόλησης τη δεκαετία πριν από την κρίση και η σταδιακή μείωση της ανεργίας υπήρξαν κυρίως αποτέλεσμα των επί σειρά ετών υψηλών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης, ενώ τα διαδοχικά προγράμματα απασχόλησης φαίνεται να είχαν περιορισμένη επίδραση στην αντιμετώπιση διαρθρωτικών αδυναμιών της αγοράς εργασίας, στη δημιουργία περισσότερων και καλύτερων θέσεων εργασίας.
- Η επίδοση των φορέων άσκησης της ενεργητικής πολιτικής αγοράς εργασίας πολύ δύσκολα μπορεί να χαρακτηρισθεί ως σημαντική ως προς την προώθηση της απασχόλησης.
Ούτε η στήριξη των ανέργων με επιδόματα ανεργίας με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που τη χαρακτηρίζουν μπορεί να χαρακτηρισθεί ορθολογική ή δίκαιη. Ισχύουν σχετικά αυστηρές προϋποθέσεις για τακτική επιδότηση ανεργίας και χαλαρές για έκτακτη επιδότηση για συγκεκριμένα επαγγέλματα.
Newsroom ΔΟΛ, με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ
Διαφήμιση
Διαβάστε επίσης

Τελευταίες ειδήσεις
- Έχασε τις 900 μονάδες, σημαντικές απώλειες στο Χρηματιστήριο την Πέμπτη Οικονομία Τελευταία ενημέρωση 20/06/2013 15:02
- Οι ταινίες της εβδομάδας από την Πέμπτη 20 Ιουνίου Πολιτισμός 20/06/2013 15:00
- «Υπάρχει πρόοδος, απαιτείται σταθερότητα» το μήνυμα Σαμαρά από Βιέννη Ελλάδα 20/06/2013 14:55
- Στο νοσοκομείο για χειρουργική επέμβαση η Βίκυ Σταμάτη Ελλάδα 20/06/2013 14:54
- Την Intralot ανακήρυξε ανάδοχο για τον τεχνολογικό εξοπλισμό ο ΟΠΑΠ Οικονομία 20/06/2013 14:38








