Περί αναδύσεων... οσμών και αρωμάτων

Γλωσσικές απορίες: Αναδίδω και αναδύομαι

Γλωσσικές απορίες: Αναδίδω και αναδύομαι
Μεθυστικές ευωδιές αναδίδουν τουλίπες, ορχιδέες, αγριολούλουδα και αρωματικά βότανα στην ύπαιθρο της Χίου  
in.gr audio player
Ένα ακόμη ζεύγος λέξεων που πολλές φορές συγχέονται και χρησιμοποιούνται η μια στη θέση της άλλης λόγω της ηχητικής συγγένειάς τους, μολονότι δεν έχουν καμία απολύτως σημασιολογική σχέση μεταξύ τους, είναι τα ρήματα αναδίδω και αναδύομαι.

Κατά πρώτον, το αναδίδω (ή και αναδίνω) σημαίνει εκπέμπω στο χώρο, σκορπίζω σε κάθε κατεύθυνση, βγάζω ευχάριστη ή δυσάρεστη οσμή, γίνομαι αντιληπτός διά της οσφρήσεως. Το εν λόγω ρήμα χρησιμοποιείται, κατά κύριο λόγο, για μυρωδιές που διαχέονται προς τα έξω από διάφορα σώματα:

«Οι ανθισμένες τριανταφυλλιές του κήπου μας αναδίδουν μεθυστικές ευωδιές», «Από το συγκεκριμένο διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου αναδίδεται μυρωδιά φαγητού σε ολόκληρη την πολυκατοικία», «Το αποσμητικό χώρου που επέλεξες αναδίδει μια πολύ ευχάριστη οσμή», «Τα σκουπίδια που έχουν στοιβαχτεί στους δρόμους λόγω της πολυήμερης απεργίας των υπαλλήλων καθαριότητας αναδίδουν δυσοσμία και απειλούν την υγεία των πολιτών», «Η αποφορά που ανέδιδε το πτώμα οδήγησε στην αποκάλυψη του στυγερού εγκλήματος».

Όταν αναφερόμαστε σε ευχάριστες μυρωδιές, ως συνώνυμο τού αναδίδω μπορεί να χρησιμοποιηθεί το ρήμα αποπνέω: «Ο Κάμπος, το φημισμένο οικιστικό σύνολο της Χίου, αποπνέει το γοητευτικό άρωμα αλλοτινών καιρών και διατηρεί μνήμες από το λαμπρό μακρινό παρελθόν του νησιού».

Πρέπει να προσθέσουμε ότι το ρήμα αναδίδω, πέραν της χρήσης του που σχετίζεται με μυρωδιές και οσμές, έχει επίσης τη σημασία τού αφήνω κάτι να βγει προς τα επάνω ή προς τα έξω και να διαχυθεί στο χώρο, διασκορπίζω σε μεγάλη έκταση, σκορπίζω εδώ κι εκεί:

«Το φλεγόμενο εργοστάσιο εξακολούθησε να αναδίδει πυκνούς καπνούς καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας».

Από την άλλη πλευρά, το ρήμα αναδύομαι, παρεμφερές μεν από ηχητικής απόψεως, αλλά με εντελώς διαφορετικό σημασιολογικό περιεχόμενο από το αναδίδω, έχει την έννοια τού ανεβαίνω ή βγαίνω στην επιφάνεια του νερού (αντίθετο τού καταδύομαι), ξεπροβάλλω, αναφαίνομαι, γίνομαι αισθητός ή αντιληπτός, εμφανίζομαι στο προσκήνιο:

«Σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση, η θεά Αφροδίτη αναδύθηκε από τους αφρούς της θάλασσας στην Κύπρο, εξ ου και αναδυομένη», «Σε πολλές από τις ιστορίες που αφηγούνταν οι ηλικιωμένοι ναυτικοί του νησιού γινόταν λόγος για γοργόνες που αναδύονταν από τη θάλασσα», «Το υποβρύχιο έσπευσε να αναδυθεί, μόλις βρέθηκε στα ελληνικά χωρικά ύδατα», «Από τις συνομιλίες που διεξήχθησαν πρόσφατα στα όργανα του κόμματος αναδύθηκαν οι αγεφύρωτες ιδεολογικές διαφορές τους», «Μέσα από τα σύννεφα αναδύθηκε ο ήλιος, κι ο ουρανός φωτίστηκε προς την πλευρά της Ανατολής».

Έχοντας κατά νουν τα προαναφερθέντα, ας αντιμετωπίσουμε με χιούμορ και επιείκεια τις «αναδύσεις οσμών και αρωμάτων» κάθε λογής, που τυχαίνει να ακούμε ή να διαβάζουμε συχνά: «Μου μίλησε για τα μεθυστικά αρώματα που αναδύονται από την ανοιξιάτικη νύχτα», «Από τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες αναδύεται το άρωμα μιας άλλης εποχής», «Οι οσμές που αναδύονται από την κουζίνα σάς κάνουν να νιώθετε ντροπή όταν έχετε επισκέπτες».

Βαγγέλης Στεργιόπουλος

in.gr

14o
14%
meteorologos.gr

Θεσσαλονίκη