Η έριδα μεταξύ της λύρας και του αυλού

Αρχαία ελληνική λογοτεχνία: Οι ρίζες και τα είδη της λυρικής ποίησης

Αρχαία ελληνική λογοτεχνία: Οι ρίζες και τα είδη της λυρικής ποίησης
Η έννοια της λυρικής ποίησης κατά την αρχαιότητα περιελάμβανε δύο είδη: τη χορική λυρική ποίηση και το μονωδικό τραγούδι που συνοδευόταν από λύρα  
in.gr audio player
Όσοι συγκαταλέγονται στους συστηματικούς αναγνώστες των άρθρων της ενότητας που είναι αφιερωμένη στην αρχαία ελληνική λογοτεχνία θα θυμούνται ενδεχομένως την αναφορά μας στα προπλάσματα των ομηρικών ποιημάτων, στην προομηρική ηρωική ποίηση.

Αντίστοιχες προβαθμίδες είναι δυνατόν να προσδιοριστούν και για την ελληνική λυρική ποίηση, η οποία —όπως και το έπος— εμφανίστηκε εξαρχής με δημιουργίες υψίστου επιπέδου, που δεν είχαν στο μετέπειτα διάστημα ανάλογη συνέχεια.

Από τον Όμηρο πληροφορούμαστε ότι τραγούδια όπως αυτά που συναντούμε στους κατοπινούς αιώνες ακούγονταν σε γάμους και σε κηδείες, σε επινίκιες γιορτές και σε χορούς, στη λατρεία των θεών αλλά και στην καθημερινή εργασία.

Ανάμεσα σε αυτούς τους τύπους τραγουδιού οφείλουμε να αναζητήσουμε τις ρίζες της λυρικής ποίησης. Στο λατρευτικό παιάνα (άσμα ή ύμνος προς τιμήν του Απόλλωνα ή της Άρτεμης), στον υμέναιο και το θρήνο, που ηχούσαν στο γάμο και το θάνατο αντίστοιχα, στα τραγούδια που συνόδευαν τη δουλειά (ύφανση, άλεσμα, ψήσιμο ψωμιού, τρύγος κ.λπ.), καθώς και στα λαϊκά τραγούδια, αρκετά από τα οποία ήταν δεμένα με έθιμα.

Ο λυρισμός, ως ιδέα που επιχειρεί να γίνει πραγματικότητα σε ένα συγκεκριμένο ποιητικό είδος, δε σχετίζεται με την αρχαία θεωρία της τέχνης. Κατά τους Ελληνιστικούς Χρόνους, όταν πολιτογραφείται ο όρος «λυρικός», ως τέτοιου είδους ποίηση εννοείται αυτή που τραγουδιέται με συνοδεία λύρας. Ο αλεξανδρινός «Κανόνας των εννέα λυρικών» —συνενώνει τους κορυφαίους της μονωδίας, Αλκαίο, Σαπφώ και Ανακρέοντα, με τους χορικούς ποιητές Αλκμάνα, Στησίχορο, Ίβυκο, Σιμωνίδη, Βακχυλίδη και Πίνδαρο— αφορά σε απόλυτο βαθμό δημιουργίες που συνοδεύονται από ένα έγχορδο όργανο (λύρα, φόρμιγξ, κίθαρις), είτε μόνο του είτε μαζί με τον αυλό.

Βάσει των ανωτέρω, η έννοια της λυρικής ποίησης κατά την αρχαιότητα περιελάμβανε δύο είδη: τη χορική λυρική ποίηση και το μονωδικό τραγούδι που συνοδευόταν από λύρα. Όπως γίνεται αντιληπτό, στο προαναφερθέν εννοιολογικό πλαίσιο δε συμπεριλαμβάνονταν η ελεγεία και ο ίαμβος, δύο είδη που σήμερα κατατάσσονται στη λυρική ποίηση.

Προφανώς, στα δύο αυτά είδη το τραγούδισμα, που για τους αρχαίους ήταν προϋπόθεση της λυρικής-μελικής ποίησης, έπαυσε νωρίς. Πέραν τούτου, συνοδευτικό όργανο της ελεγείας δεν ήταν ένα έγχορδο αλλά ένα πνευστό όργανο, ο αυλός, γεγονός που την εξαιρούσε από την καθαυτό λυρική ποίηση. Όσον αφορά τον ίαμβο, μαρτυρείται η συνοδεία εγχόρδων οργάνων, όπως ήταν η ιαμβύκη και ο κλεψίαμβος, αλλά αυτό δεν ήταν απαραιτήτως ο κανόνας.

Αξίζει τέλος να προσθέσουμε ότι ανάμεσα στα δύο όργανα συνοδείας, τη λύρα και τον αυλό, αναπτύχθηκε μια έριδα με τεχνικές, κοινωνικές και λατρευτικές διαστάσεις. Η λύρα, το τονικά πιο αδύνατο αλλά αριστοκρατικό έγχορδο όργανο, ήλθε αντιμέτωπη με τον αυλό, τον ενοχλητικό νεόπλουτο με τη διαπεραστική μουσική, που υπερτερούσε στο πεδίο των τεχνικών δυνατοτήτων. Διαφορετικές ήταν και οι σχέσεις των δύο οργάνων με τα λατρευτικά δρώμενα: η μεν λύρα ανήκε στον Απόλλωνα, ο δε αυλός στις οργιαστικές λατρείες του Διονύσου.

Βαγγέλης Στεργιόπουλος

in.gr

14o
14%
meteorologos.gr

Θεσσαλονίκη