Δύο λόγια αποθετικά ρήματα που συχνά-πυκνά δεινοπαθούν

Γλωσσικές απορίες: Αντεπεξέρχομαι και προοιωνίζομαι

Γλωσσικές απορίες: Αντεπεξέρχομαι και προοιωνίζομαι
Το ρήμα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας οιωνίζομαι είχε την έννοια τού λαμβάνω οιωνούς από το πέταγμα και τους κρωγμούς των πτηνών  
in.gr audio player
Δύο λόγια αποθετικά ρήματα (δηλαδή, ρήματα που δεν έχουν ενεργητικό τύπο σε -ω, αλλά σχηματίζουν μόνο μεσοπαθητικούς τύπους σε -ομαι) που κατά κανόνα κακοπαθαίνουν απ’ όσους επιχειρούν να τα μεταχειριστούν είναι το αντεπεξέρχομαι και το προοιωνίζομαι.

Τούτου δοθέντος, ας επιχειρήσουμε άλλη μια φορά να διορθώσουμε τα κακώς κείμενα, προσεγγίζοντας τις λέξεις αυτές από ετυμολογικής και σημασιολογικής απόψεως.

Το αντεπεξέρχομαι, ρήμα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας (όπου απαντά και ως αντεπέξειμι), παράγεται από τη σύνθεση τριών προθέσεων (αντί + επί + εξ) και του ρήματος έρχομαι (είμι). Η σημασία του στην αρχαία ελληνική ήταν αυτή τού εξέρχομαι για να αντιμετωπίσω επιτιθέμενο ή επερχόμενο εχθρό, αντεπιτίθεμαι, καταδιώκω αντεπιτιθέμενος.

Με την πάροδο του χρόνου επήλθε μεταβολή της σημασίας του εν λόγω ρήματος, που στη νέα ελληνική γλώσσα έχει την έννοια τού αντιμετωπίζω επιτυχώς, ανταποκρίνομαι (σε ανάγκες, δυσκολίες ή υποχρεώσεις), αποδεικνύομαι επαρκής (για κάτι), τα καταφέρνω, τα βγάζω πέρα, τα βολεύω, τα φέρνω βόλτα: «Παρά το γεγονός ότι δεν ήταν ένας πεπειραμένος πολιτικός, αντεπεξήλθε στις απαιτήσεις του αξιώματός του», «Οι αλλεπάλληλες μισθολογικές μειώσεις των τελευταίων ετών δεν του επιτρέπουν να αντεπεξέρχεται στις ανάγκες του», «Είμαι βέβαιος ότι με σκληρή δουλειά και ομαδική προσπάθεια θα καταφέρετε να αντεπεξέλθετε στις αυξημένες υποχρεώσεις σας».

Όπως γίνεται αντιληπτό από τα ανωτέρω, ο τύπος του ρήματος με -α- (ανταπεξέρχομαι), που πολλές φορές διαβάζουμε και ακούμε, επ’ ουδενί ευσταθεί (το δεύτερο συνθετικό του ρήματος δεν είναι η πρόθεση από, αλλά η πρόθεση επί).

Είναι αυτονόητο ότι ελληνικούρες όπως «αντεπεξέρχεται των δυσκολιών» και «αντεπεξήλθε των υποχρεώσεων», που ξεφυτρώνουν αραιά και πού, απορρίπτονται ασυζητητί. Το ρήμα ακολουθείται πάντοτε στη νέα ελληνική από την πρόθεση σε (αντεπεξέρχομαι + σε).

Το προοιωνίζομαι πάλι δεν είναι άλλο από το ρήμα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας οιωνίζομαι μαζί με την πρόθεση προ (προ + οιωνίζομαι).

Το οιωνίζομαι είχε στην αρχαία ελληνική την έννοια τού λαμβάνω οιωνούς από το πέταγμα και τους κρωγμούς των πτηνών, εξετάζω κάτι προκειμένου να αποκομίσω από αυτό κάποιον οιωνό, προλέγω, προφητεύω, προμαντεύω.

Το οιωνίζομαι, με τη σειρά του, παρήχθη από το ουσιαστικό οιωνός, που σήμαινε μεγαλόσωμο αρπακτικό πτηνό που πετά μόνο του (όπως τα σαρκοφάγα, γύπας, αετός κ.ά.), μαντικό ή προφητικό πτηνό (δεδομένου ότι εξετάζονταν το πέταγμα και οι κραυγές του, για να προβλεφθεί το μέλλον), μαντεία ή προφητεία (πασίγνωστη είναι η ομηρική φράση «εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης»).

Ο τύπος προοιωνίζομαι, που μαρτυρείται από το 1865, σχηματίστηκε προφανώς υπό την επίδραση ρημάτων όπως το προ-λέγω, το προ-μαντεύω, το προ-βλέπω και το προ-μηνύω.

Το προοιωνίζομαι, που απαντά στις μέρες μας στο τρίτο ενικό και το τρίτο πληθυντικό πρόσωπο, έχει τη σημασία τού συνιστώ τη βάση για να προβλεφθεί κάτι, επιτρέπω να γίνουν προβλέψεις για το μέλλον, αποτελώ σημάδι, ένδειξη ή προμήνυμα για όσα πρόκειται να συμβούν: «Η τακτική που έχει υιοθετήσει η κυβέρνηση τους τελευταίους μήνες προοιωνίζεται τη βαριά ήττα της στις εκλογές που θα ακολουθήσουν», «Οι επιδόσεις του γιου της στις πρόσφατες εξετάσεις προοιωνίζονται λαμπρή ακαδημαϊκή και επαγγελματική σταδιοδρομία», «Η ανακοίνωση της διοίκησης του οργανισμού για πιθανές απολύσεις προοιωνίζεται μεγάλη αναταραχή στις τάξεις των εργαζομένων».

Εν κατακλείδι, θα επαναλάβουμε ότι το ρήμα προοιωνίζομαι είναι αποθετικό, κι ως εκ τούτου ο τύπος προοιωνίζω, που κάνει δειλά την εμφάνισή του τα τελευταία χρόνια, δεν μπορεί να γίνει σε καμία περίπτωση δεκτός.

Βαγγέλης Στεργιόπουλος

in.gr

14o
14%
meteorologos.gr

Θεσσαλονίκη